Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΟΧΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ,Του Ηλία Λιαμή Δρ. Θεολογίας, Μουσικοπαιδαγωγού, Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, 15/11/2016

Τρίτη, 15 Νοέμβριος 2016

 

 

 

Ο φόβος και η ενοχή αποτελούν ψυχικές καταστάσεις, που έχουν αποτελέσει αιτία συγγραφής χιλιάδων θεολογικών, φιλοσοφικών και θεολογικών σελίδων, ενώ παράλληλα αποτελούν - με τις παραλλαγές, τις αιτίες και τις επιπτώσεις τους - σταθερό θέμα της εξομολόγησης, αλλά και άπειρων ψυχοθεραπευτικών συνεδριάσεων. Σε κάθε περίπτωση, οδηγούμεθα στο ίδιο συμπέρασμα: Ο φόβος και η ενοχή αποτελούν «σταθερούς ενοίκους» της ανθρώπινης ψυχής, τους οποίους, ο κάθε άνθρωπος καλείται να διαχειριστεί, να αντιμετωπίσει αλλά και να εκμεταλλευτεί.

Φόβος και ενοχή μοιάζουν εκ πρώτης όψεως δυο διαφορετικά και ανεξάρτητα μεγέθη. Κατά βάθος όμως συνδέονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Το τραγικό είναι πως και τα δύο είναι «τυφλά», δηλ. γίνονται αντιληπτά από την ψυχή χωρίς να συνδέονται εμφανώς με την συνειδητή ζωή. Μοιάζουν να υπάρχουν ως αυτοτελείς οντότητες, με δυνατότητα να επηρεάζουν σαφώς μεγάλο μέρος της καθημερινότητας. Με άλλα λόγια, ακόμη και με τις ιδεωδέστερες συνθήκες, ο φόβος είναι πάντα εκεί. Ακόμη και με πλήρη εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων, πάντα μια φωνή μέσα μας διαδηλώνει την ανεπάρκεια μας και μας ανακηρύσσει ενόχους στη σύγκριση με το τέλειο και το ιδεώδες.

Για την πίστη μας, η φανέρωση των αιτιών αυτών των δύο καταστάσεων, αλλά και η περιπέτεια προς την πετυχημένη αντιμετώπιση τους ξεκινάει κιόλας από την εξιστόρηση της Γενέσεως της Παλαιάς Διαθήκης. Αμέσως μετά το προπατορικό αμάρτημα ο άνθρωπος αισθάνεται την ενοχή της γυμνότητάς του και ράβει φύλα συκής για να την απαλύνει (Γεν. 3,7). Όσο για τον φόβο, φανερώνεται στην απάντηση του Αδάμ, όταν τον καλεί ο Κύριος: «Άκουσα τη φωνή σου και φοβήθηκα» (Γεν. 3,10).

Εκ πρώτης όψεως, φόβος και ενοχή αποτελούν συνέπειες της πτώσης και μάλιστα τιμωρητικές. Υπάρχει όμως κάτι πολύ βαθύτερο: Είναι ο φόβος να αντικρύσουμε γυμνό τον εαυτό μας, αδύναμο, ανεπαρκή, αποτυχημένο, ΘΝΗΤΟ. Το πνεύμα των Πατέρων όμως της Εκκλησίας μας θέλει να βλέπει πίσω ακόμη και από τις κορυφαίες στιγμές της ανθρώπινης αποστασίας - τόσο τις συλλογικές όσο και τις ατομικές- το φιλάνθρωπο πνεύμα του Θεού-πατέρα. Και ο φόβος και η ενοχή αποτελούν «προίκα» του πεσμένου ανθρώπου, ώστε να διατηρήσει την αίσθηση της αποτυχίας, στοιχείο απαραίτητο στην αναζήτηση της επανόρθωσης. Κοντολογίς, ο φόβος αποτελεί φάρμακο κατά της αναισθησίας και η ενοχή φάρμακο κατά της ξεδιαντροπιάς. Χωρίς αυτά τα δύο, η ζωή της φθοράς και του θανάτου θα είχαν θεωρηθεί από τον πεσμένο άνθρωπο και από όλες τις γενεές ως κατάσταση φυσιολογική και αναπόφευκτη.

Οι πνευματικές μορφές της παράδοσης μας -π.χ. ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος-  περιγράφουν τρία στάδια στην διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου με τελικό σκοπό την επιστροφή του ανθρώπου στη αρχέγονη κατάσταση του: Τον φόβο, την ανταμοιβή και την αγάπη. Μόνον αυτή η περιγραφή δίνει το κλειδί εξήγησης της φαινομενικής αντίφασης μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Η Παλαιά Διαθήκη, μέσω του φόβου και της ενοχής χάραξε τα όρια ανάμεσα στο αρεστό και μη αρεστό στον Θεό και προσδιορίζει τους όρους της συνύπαρξης ή της αποστασίας απ΄ Αυτόν. Αυτός είναι ο Νόμος. Απόλυτος, αμείλικτος αλλά δίκαιος, προερχόμενος από έναν αντίστοιχο Γιαχβέ. Όλα τα περιγράφει ο Νόμος, ακόμη και τις εργασίες που επιτρέπονται κατά την ιερή αργία του Σαββάτου. Ένα δεν παρουσιάζει: Εκείνο από το οποίον «κρέμεται» ο Νόμος και οι προφήτες: την αγάπη.

Στην Καινή Διαθήκη, όπου ο Χριστός μας αποκαλύπτει σε όλο της το μεγαλείο την επιθυμία του Θεού της αγάπης να ξανασχετιστούμε μαζί Του, ο φόβος και η ενοχή παραμένουν. Δεν αφορούν όμως πλέον την παρακοή σε διατάξεις και εντολές, ούτε το ενδεχόμενο της θεϊκής τιμωρίας. Αφορά κάτι απείρως φοβερότερο: Τον αποχωρισμό από έναν Θεό γεμάτο αγάπη, έναν Θεό φίλο, ένα Θεό Πατέρα, Θεό αδελφό, Θεό συγγενή, καταφύγιο, θεμέλιο, ρίζα, όπως Τον περιγράφει ο ιερός Χρυσόστομος. Θεό έτοιμο να αναλάβει τις συνέπειες του ανθρώπινου λάθους, να δώσει νέα ευκαιρία, να συμπαρασταθεί. Τι μεγαλύτερη τιμωρία μπορεί να υπάρξει από την απώλεια ενός τέτοιου Θεού; Στην Καινή Διαθήκη λοιπόν, και ο φόβος και η ενοχή αποκαλύπτονται στις πραγματικές τους διαστάσεις: Φόβος μη χαθεί η σχέση με ένα τέτοιο Θεό. Ενοχή από μια προδοσία. Προδοσία σχέσης με ένα Θεό που τα έδωσε όλα κι εμείς δεν ανταποκρινόμαστε στο ελάχιστό. Την ενοχή στην Καινή Διαθήκη - και σε προέκταση στην ορθόδοξη παράδοσή μας - δεν την δημιουργεί η δικαιοσύνη αλλά το φιλότιμο, αυτό το ευλογημένο δώρο του Θεού, που και όλα να αμαυρωθούν, αν αυτό μείνει ζωντανό, αρκεί για τη σωτηρία μας.

Μέσα σε αυτό το αδρά περιγραφέν πλαίσιο μπορεί κανείς να εντοπίσει κάποια θεμελιώδη στοιχεία Ορθόδοξης πνευματικής πορείας και ίσως να αποφύγει θανάσιμους κινδύνους. Κατ΄ αρχάς, η ορθόδοξη πνευματική ζωή στηρίζεται στη σχέση πιστού-πνευματικού. Ναι, υπάρχουν κανόνες, υπάρχουν διατάξεις, υπάρχει ανάγκη συμμόρφωσης, πίσω όμως από αυτά κρύβεται ένα πνεύμα θείας φιλανθρωπίας, πνεύμα το οποίον καλείται να διασώσει και να φανερώσει ο πνευματικός. Πάνω στη σχέση αυτή στηρίζεται ο κανόνας, αλλά και η οικονομία. Κατά δεύτερον, ο φόβος και η ανταμοιβή παραμένουν ως δρόμοι σωτηρίας. Η γνήσια όμως πνευματική ζωή -και κατά συνέπειαν η αληθινά παραδοσιακή ορθόδοξη πνευματική καθοδήγηση- πρέπει διαρκώς να τείνει στην ενεργοποίηση της ανθρώπινης φιλοτιμίας, ως καθοριστικού παράγοντα αποκατάστασης σχέσης με τον Θεό, όπως Αυτός την θέλει και όχι όπως εμείς την φανταζόμαστε. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος της πνευματικής ζωής είναι ο εγκλωβισμός στο πνεύμα της Παλαιάς Διαθήκης, πνεύμα που συμπυκνώνεται στο υπαρξιακό άγχος των φαρισαίων (βλ. την παραβολή τελώνου και φαρισαίου) και που αποτελεί τον έσχατο εχθρό  της εν Χριστώ αναγεννήσεως, όπως με κάθε τρόπο -επικλήσεις, επιπλήξεις, ιερή αγανάκτηση- προσπαθεί να αναδείξει ο υπέροχος Άγιος. Παύλος. Ο Απόστολος των Εθνών είναι ο κατ΄ εξοχήν πολέμιος της Παλαιοδιαθηκικής ενοχής, της προερχόμενης από τον Νόμο. Αυτός, ο ευεργετημένος και συγχωρεμένος διώκτης, αυτός, ο ευγνώμων κήρυκας της χάριτος και της Αγάπης, αυτός, που απαλλάσσει τον άνθρωπο από το βάρος της ενοχής και τον καλεί σε σχέση υιοθεσίας και συγκληρονομίας. 

Ρωμ. 8

15 οὐ γὰρ ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾿ ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ.  16 αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ.  17 εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν. 

  15 Επειδή δε λάβατε Πνεύμα δουλείας, για να φοβάστε πάλι, αλλά λάβατε Πνεύμα υιοθεσίας με το οποίο φωνάζουμε: «Αββά, Πατέρα».  16 Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί με το πνεύμα μας ότι είμαστε τέκνα Θεού.  17 Και αν είμαστε τέκνα του, είμαστε και κληρονόμοι του. Αφενός κληρονόμοι Θεού, αφετέρου συγκληρονόμοι Χριστού, αν βέβαια συμπάσχουμε, για να συνδοξαστούμε και μαζί του. 

 

Ο φόβος και η ενοχή στο Παλαιοδιαθηκικό τους πλαίσιο αποτελούν πάντα ένα υπαρκτό κίνδυνο για ποιμένες και ποιμενόμενους. Ξέρετε γιατί; Διότι είναι βολικά για όλους. Το πνευματικά ατελές αυτό πνεύμα γαληνεύει και ηρεμεί τον πιστό, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο. Οι εντολές είναι ξεκάθαρες, ο αθώος και ο ένοχος ανακηρύττονται εύκολα. Υπακούω, σώζομαι. Παραβιάζω, χάνομαι. Σκληρό αλλά απλό, λιτό, κατανοητό. Τι κι αν περάσει ο πιστός αυτός όλη τη ζωή τους σαν μισθωτός, σαν μίσθιος, όπωςζητάει ο άσωτος από τον πατέρα του. Δεν θα ενοχληθεί ίσως ποτέ, γιατί ποτέ δεν θα νιώσει τη χαρά της υιοθεσίας.

Βολικό είναι όμως και για τον ποιμένα. Ο κατάλογος των αμαρτημάτων είναι πάντα εκεί. Το μέτρο αντικειμενικό. Η διακινδύνευση (το ρίσκο) της εξατομίκευσης περιττή. Και συγχρόνως, σε δεύτερο επίπεδο, απολαμβάνει την πειρασμική ηδονή της εξουσίας επί της ψυχής που του έχει παραχωρήσει τηνευθύνη της. Η διαχείριση του φόβου και της ενοχής αποτελείτρομερή δύναμη. Δύναμη που οδηγεί σε παρενέργειες οδυνηρές, όπως ο γεροντισμός, η δημιουργία συμπαγών και καθοδηγούμενων ακόμη και στα καθημερινά ομάδων, υπό την ονομασία «νεανική συντροφιά της ..τάδε ενορίας» ή «η παρέα του Αγίου...τάδε» και διάφορα συναφή.

 

Ο φόβος και η ενοχή συσπειρώνουν. Και μάλιστα σε εποχές σχετικότητας και καταρρεύσεως σταθερών, σαν τη δική μας, η συσπείρωση προσφέρει μια κάποια λύση, διαχωρίζοντας τους «καλούς» από τους «κακούς». Δυστυχώς, το κόστος είναι βαρύ. Η ευκολία του αναθεματισμού των ... «εκτός», αργά ή γρήγορα μεταφέρεται εντός και ο καθένας μεταβάλλεται εύκολα σε τιμητή των πάντων. Αντίθετα, η αναβάθμιση του φόβου και της ενοχής σε επίπεδο αποκατάστασης σχέσης με τον Θεό βάσει ενός ένθεου φιλότιμου γαληνεύει με τρόπο ουσιαστικό τις ψυχές, διότι τις γεμίζει ευγνωμοσύνη για μια άφεση, που πραγματοποιήθηκε, όχι μέσω μιας συμμόρφωσης σε διατάξεις, αλλά μέσω μιας δωρεάς και μάλιστα αίματος ενός Θεού απέραντης φιλανθρωπίας. Ο ευγνώμων άνθρωπος, ο υποχρεωμένος στον Θεό άνθρωπος, ο μιμητής του Παύλου και κατ΄ ουσίας μιμητής Χριστού (Α΄ Κορ. 11,1), δεν κρίνει, δεν περιχαρακώνεται, δεν παραδίδει την ευθύνη του, δεν χάνει την ταυτότητά του, δεν απεχθάνεται τους αμαρτωλούς, δεν θεοποιεί τον εξομολόγο του. Αντίθετα, σκορπά στον κόσμο έλεος, αισθάνεται ένας από αυτούς, τους αμαρτωλούς, αμαρτωλός και ο ίδιος που όμως ελεήθηκε κατά τρόπο παράλογο, υπέροχο και πέραν πάσης ανθρώπινης δικαιοσύνης.  Αναλαμβάνει την ευθύνη της ατέλειάς του, της αμαρτίας του, αλλά δεν συντρίβεται, γι'  αυτό και δεν βρίσκει ανακούφιση στη συντριβή του άλλου. Αισθάνεται την ανάγκη να μοιράσει το έλεος που δέχθηκε, μεταβαλλόμενος σε σκεύος χάριτος και φιλανθρωπίας προς έναν κόσμο που κουράστηκε να κατακρίνει και να κατακρίνεται αμείλικτα και εξοντωτικά.

Ο φόβος και η ενοχή είναι γέφυρα. Η θυσία του Χριστού μας, μας έδωσε τη δυνατότητα να αποτελέσουν γέφυρα προς Εκείνον και προς τους αδελφούς μας. Εκτός Χριστού και εκτός του Παύλειου πνεύματος, παραμένουν και πάλι γέφυρες, αλλά προς την φαρισαϊκή ακηδία και την πώρωση. Ο φόβος και η ενοχή αποτελούν καρκίνο ψυχής και μάλιστα καρκίνου μεταδοτικού, ικανού να σαπίσει τις ευγενέστερες πνευματικές προθέσεις και να τοξινώσει και τους πιο «παραδοσιακούς» οργανισμούς, ανεξαρτήτως των μεγαλόσχημων ορθόδοξων επιγραφών τους.