Ο αληθινός ιερέας της Εκκλησίας - Του Αρχιμ. Αθανασίου Κολλά, Ιεροκήρυκος - τ. Εκπαιδευτικού.

Τρίτη, 13 Δεκέμβριος 2016

Ο αληθινός ιερέας της Εκκλησίας

Του Αρχιμ. Αθανασίου Κολλά, Ιεροκήρυκος - τ. Εκπαιδευτικού.

 

  1. Ως ελάχιστος κληρικός της Εκκλησίας, κατέχομαι από «πολλή θλίψη και συνοχή (πόνο) καρδίας» (Β’ Κορ. 2,4), για το θόρυβο, την αναταραχή και τη σύγχυση, που δημιουργήθηκε στην τοπική μας Εκκλησία, με αφορμή τη μετάθεση του ιερέα ενός προσκυνήματος του Βόλου σε μια άλλη Ενορία από τον Μητροπολίτη κ. Ιγνάτιο, τον οποίο διακρίνει η διακριτική αγάπη, η σύνεση, η κατανόηση και η μετριοπάθεια - μέσα στα πλαίσια της ευθύνης και των καθηκόντων του, ως πνευματικού Πατέρα και Επισκόπου (ηγέτη) της Εκκλησίας, για βαθύτερους λόγους τους οποίους γνωρίζει και εκτιμά. «Ο Επίσκοπος πρέπει να επισκοπεί (να προσέχει, να εξετάζει και να ελέγχει) τα απερισκεψίας των Κληρικών, τας ατελείας των Μοναχών… τας υποθέσεις του θυσιαστηρίου, τας δολίας διαθέσεις των διακονούντων αυτό…, χάριν του κύρους της Εκκλησίας» (Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης). Οι πιστοί πρέπει να εμπιστεύονται τον Επίσκοπο.
  2. Το γεγονός που έχει δημιουργήσει πικρία την ψυχή μου είναι οι απόψεις, οι θέσεις και οι εκτιμήσεις μερικών εν Χριστώ αδελφών που υποστηρίζουν τον Ιερέα, τις οποίες εξέφρασαν δημόσια στον Τύπο, σχετικά με το πρόσωπο του Ιερέα, τον οποίο χαρακτηρίζουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως «τον καλό Ιερέα, που είναι παράδειγμα για όλους», αν και ο ίδιος υποστηρίζει στο «προσωπικό του σύνταγμα» τα εξής: «…Δεν επιλέγω να είμαι συνηθισμένος άνθρωπος. Είναι δικαίωμά μου να είμαι ασυνήθιστος» («ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 10-14/11/2016). Οι απόψεις αυτές φανερώνουν ότι υπάρχει μεγάλη άγνοια σχετικά με το ποιος είναι ο τύπος του αληθινού Ιερέα της Εκκλησίας, και για το θέμα αυτό θα καταθέσω τη θέση της Εκκλησίας, με βάση την Αγία Γραφή και τους Αγίους Πατέρες:

α’. Η λέξη Ιερέας, γενικά, «δηλώνει το πρόσωπο που έχει ειδικότητα να επιτελεί θυσιαστική τελετή, σε ένα σταθερό, καθορισμένο χώρο, όπως είναι ο βωμός, η οποία διευθύνεται προς το Θεό και αποβλέπει στο συμφέρον της κοινότητας ή της συνάθροισης. Ο Ιερέας είναι ο μεσάζων μεταξύ του θείου και ανθρωπίνου, είναι ο ειδήμων αυτός που γνωρίζει καλά, ο ειδικός - που τελεί θυσίες και θρησκευτικές τελετές, με τις οποίες αποτρέπει το κακό και εφελκύει το αγαθό» (Θρησκειολογικό λεξικό, εκδ. «Ελληνικά Γράμματα» Αθήνα 2000).

β’. Η χριστιανική πίστη έχει «ΕΝΑΝ ΙΕΡΕΑ», τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό (Α’ Τιμ. 2,5. Εβρ. 8,1-6 εξ.). Η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός (Ματθ. 16,18) συνεχίζει το έργο Του μέσα στην ιστορία. Η προσωπική παρουσία του Ιησού Χριστού στη ζωή της Εκκλησίας φανερώνεται με το χάρισμα της Ιερωσύνης. Η ορθόδοξη θεολογία ταυτίζει τον λειτουργό Ιερέα ή Αρχιερέα με το πρόσωπο του Χριστού. Ανάμεσα στον Ιερέα ή τον Αρχιερέα και το Χριστό υπάρχει μία μυστηριακή ταυτοπροσωπία. Ο Ιερέας είναι «εις τύπον Χριστού», δηλ. παρίσταται στο χώρο (στο Ναό) όπου παρίσταται αόρατα ο Χριστός και του δανείζει τη σωματική του ύπαρξη (Ι. Χρυσόστομος P.G. 59, 473).

γ’. Ο άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, στην 28η κατήχησή του γράφει ότι «Ιερέας είναι εκείνος ο πιστός, ο οποίος με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος αλλοιώθηκε, πήρε άλλη μορφή, άλλαξε και μεταμορφώθηκε, έγινε όπως ο Χριστός …». Ο ανώνυμος Μοναχός, στο βιβλίο του «Νηπτική Θεωρία», (εκδ. «Ορθόδοξη Κυψέλη», Θεσ/κη 1979), γράφει ότι o Ιερέας, ως μέτοχος της Ιερωσύνης του Χριστού, είναι ορατό σημείο της παρουσίας του Χριστού, στο πρόσωπό του ζει ο Χριστός. Γι’ αυτό και τονίζει χαρακτηριστικά ότι ο Ιερέας δεν είναι αντιπρόσωπος του Χριστού, αλλά ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΝ του Χριστού. Ο μακαριστός καθηγητής της Λειτουργικής Ιωάννης Φουντούλης «γράφει: «Ο ιερεύς είναι το λειτουργικόν πνεύμα, ο άγγελος του Θεού, ο τύπος του Χριστού, το ασίγητον στόμα της Εκκλησίας, ο διάκονος του Θεού, το όργανον της αναγεννήσεως και σωτηρίας του κόσμου εις τα χείρας του Τριαδικού Θεού». (Λειτουργικά Θέματα», τομ. Γ, Θεσσαλονίκη). Εργάζεται για τον αγιασμό και τη σωτηρία του ποιμνίου του.

δ’. Ο Απόστολος Παύλος δίδασκε ότι ο καλός Ιερέας πρέπει να είναι «υπόδειγμα για τους πιστούς με τα λόγια του, με τη συμπεριφορά του, με την αγάπη του, με την πνευματική ζωή, με την πίστη, με την αγνότητά του … Να φροντίζει ώστε να παρουσιαστεί μπροστά στο Θεό άξιος της επιδοκιμασίας Του, εργάτης που δεν ντρέπεται για το έργο του, αλλά διδάσκει σωστά την αλήθεια του Ευαγγελίου. Να αποφύγει τις κούφιες φλυαρίες που μολύνουν την αλήθεια» (Α’ Τιμ.4, 11-12 Β’ Τιμ.2, 15-16). «Να είναι μιμητής του Χριστού και των Αποστόλων» (Α’ Κορ. 4, 15 - 11,1. Εφεσ. 5,1. Α’ Τιμ.1,6). Στη ζωή του Ιερέα να φανερώνεται η ζωή του Χριστού, να ζει μέσα του ο Χριστός (Γαλ. 2,20). «Να είναι ένα ζωντανό Ευαγγέλιο, μια επιστολή Χριστού» (Β’ Κορ.3,3).

  1. Η ιερατική διακονία είναι μια ιερή παράδοση της Εκκλησίας, που έχουν βιώσει και διδάξει οι άγιοι Πατέρες, την οποία αναλαμβάνει να υπηρετήσει πιστά, αυτός που ελεύθερα γίνεται Ιερέας. Ο καλός Ιερέας έχει μόνο μία επιλογή. Αυτή είναι να είναι πιστός τηρητής των αρχών και των κανόνων της Εκκλησίας, όπως υποσχέθηκε κατά τη χειροτονία του: Η θεολογία του να είναι σύμφωνη με τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας και η ποιμαντική του διακονία σύμφωνη με τους ιερούς κανόνες και την πατερική παράδοση της Εκκλησίας. Να ακολουθεί τα ασφαλή βήματα των θεοφόρων πατέρων και ποιμένων και να εμπνέεται από αυτούς. Να ακολουθεί το παράδειγμά τους και τη διδασκαλία τους, τους τρόπους της ποιμαντικής τους. Να είναι «επόμενος τοις αγίοις Πατράσιν». Ο Μέγας Βασίλειος στην 52η επιστολή του γράφει ότι «είναι όπως ένα έγκλημα, γεμάτο αυθάδεια το να μην ακολουθεί κανείς πιστά τους Θεοφόρους Πατέρες και να μη βάζει τη διδασκαλία τους πάνω από τη δική του γνώμη». Ορθοδοξία είναι «το μη προς τους Θεοφόρους Πατέρες αμφισβητείν» (Γρηγόριος ο Παλαμάς).
  2. Το έργο του αληθινού Ιερέα και ποιμένα της Εκκλησίας δεν είναι προσωπικό, αυθαίρετο και αυτόνομο, αλλά είναι Εκκλησιαστικό, είναι κάτω από την ευχή και ευλογία του Επισκόπου. Δεν περιλαμβάνει λαθεμένες, αδόκιμες και επισφαλείς καινοτομίες. Είναι έργο ταπείνωσης και δοξασμού του Χριστού, όχι προσωπικής προβολής και δοξασμού. Είναι έργο, που αναγνωρίζεται από τα συνειδητά μέλη της Εκκλησίας, που γνωρίζουν τί είναι η Εκκλησία, που ακολουθούν τα κριτήρια των Πατέρων της Εκκλησίας, όχι έργο που αναγνωρίζεται από το πλήθος, που έχει άγνοια και ζήλο «χωρίς επίγνωση» (Ρωμ. 10,2), για το οποίο ισχύει ο λόγος το μεγάλου Αθανασίου: «πλήθος χωρίς αποδείξεων αυθεντούν φοβείσθαι μεν ικανόν, πείσαι δε ουδαμού».
  3. 5.     Το έργο του αληθινού Ιερέα της Εκκλησίας είναι όπως το έργο του Αγίου Πορφυρίου, του πατρός Ιακώβου Τσαλίκη, του πατρός Σίμωνα Αρβανίτη και πολλών άλλων σύγχρονων ευλαβών Ιερέων και Επισκόπων. Ο αληθινός Ιερέας είναι «… διδάσκαλος ευσεβείας, μυστηρίων λανθανόντων, μυσταγωγός» (Γρηγόριος ΝύσσηςP.G. 44, 581). Δεν δημιουργεί σχίσματα και παρασυναγωγές. Δεν «μεταίρει όρια, τα οποία έθεσαν οι Πατέρες» (παρ. 2228). Πέρα από τα όρια των Πατέρων, κάθε τι που γίνεται είναι έργο πλάνης Διαβόλου. Ο αληθινός Ιερέας είναι φως Χριστού, είναι πρόσωπο ιερό, είναι «ευωδία Χριστού» (Β’ Κορ. 2, 15), είναι «υπόδειγμα στο ποίμνιό του. Και, όταν έρθει ο Χριστός, ο αρχηγός όλων των Ποιμένων θα πάρει από Αυτόν το αμάραντο στεφάνι της δόξας» στον Παράδεισο (Α’ Πετρ. 5, 4).
  4. Συμπερασματικά, το έργο του αληθινού Ιερέα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως το καταγράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, είναι η σωτηρία των ψυχών και η ένωσή τους με το Θεό, η διάσωση της εικόνας του Θεού μέσα στην ψυχή των πιστών, η είσοδος και η κατοίκηση του Χριστού στις καρδιές των πιστών με τη βοήθεια και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, και, το σπουδαιότερο, να οδηγήσει τον πιστό στη θέωση (P.G. 35, 432). Ο αληθινός Ιερέας «προσέχει, ώστε να εκπληρώνει στο ακέραιο την υπηρεσία και το έργο που του ανέθεσε ο Κύριος» (Κολ. 4, 17). Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει, ότι, εάν ο Ιερέας διδάσκει διεστραμμένες διδασκαλίες, μην πείθεσαι, έστω κι αν είναι άγγελος (Ε.Π.Ε. 23, 492).

Ελπίζω και εύχομαι, όσα αναφέρθηκαν, να αποτελέσουν αφορμή ενός αληθινού προβληματισμού, ενός επανευαγγελισμού και ενός γόνιμου και σε βάθος ορθόδοξου φρονηματισμού, για κάθε καλοπροαίρετο ορθόδοξο αναγνώστη αυτού του άρθρου.